Από την 1η Απριλίου 2026 περνά στη φάση της καθολικής εφαρμογής το νέο επίδομα ανεργίας, το οποίο διαρθρώνεται σε δύο βασικά σκέλη και καταβάλλεται με κριτήριο τα έτη ασφάλισης και το ύψος των αποδοχών.
Η πιλοτική εφαρμογή του μέτρου ολοκληρώνεται στις αρχές Μαρτίου και θα ακολουθήσει αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ώστε – εφόσον κριθεί αναγκαίο – να γίνουν προσαρμογές πριν από τη μόνιμη εφαρμογή του νέου επιδόματος από τον Απρίλιο.
Βασικό χαρακτηριστικό του νέου πλαισίου είναι η εμπροσθοβαρής καταβολή: το επίδομα είναι υψηλότερο στους πρώτους μήνες ανεργίας, καλύπτοντας αυξημένες ανάγκες, και μειώνεται σταδιακά στη συνέχεια. Παράλληλα, το σύστημα αποκλείει σημαντικό αριθμό ανέργων με διακεκομμένη εργασιακή πορεία.
Η μέγιστη διάρκεια επιδότησης φτάνει έως τους 24 μήνες και συνδέεται άμεσα με τον χρόνο απασχόλησης. Για τον πρώτο χρόνο ισχύει αναλογία δύο μηνών εργασίας προς έναν μήνα επιδότησης, ενώ για τον δεύτερο χρόνο η αναλογία αυξάνεται σε τρεις μήνες εργασίας για έναν μήνα επιδότησης.
Το νέο επίδομα συγκροτείται από τρία μέρη. Το σταθερό μέρος καταβάλλεται σε όλους τους δικαιούχους και υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου ή του μέσου ημερομισθίου, εφόσον αυτό είναι χαμηλότερο. Το ποσοστό ξεκινά από 70% το πρώτο τρίμηνο και μειώνεται σταδιακά έως 20% κατά το δεύτερο έτος επιδότησης.
Το μεταβλητό μέρος λειτουργεί ως πρόσθετο «μπόνους» για όσους διαθέτουν μεγαλύτερο ασφαλιστικό βίο και υψηλότερες αποδοχές. Υπολογίζεται βάσει των ετών ασφάλισης, από το τέταρτο έως το εικοστό έτος, και του μέσου όρου μισθών, ενισχύοντας τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η συμπλήρωση τουλάχιστον 900 ημερών ασφάλισης την τελευταία τετραετία.
Παράλληλα, προβλέπονται επιπλέον παροχές και προσαυξήσεις, όπως δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αυξήσεις για τέκνα, καθώς και – για πρώτη φορά – ειδική προσαύξηση για μονογονεϊκές οικογένειες.